banner

Ναυτικός λαός… χωρίς βάρκες!


Μπορεί η ‘Ελλάδα να είναι θαλασσινή χώρα και να αποτελεί την τρίτη πολυνησία στον κόσμο με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, όμως κινδυνεύει να μείνει χωρίς… σκάφη, αφού η απόφαση επιβολής φόρου πολυτελείας, ανάγκασε πολλούς ιδιοκτήτες να δώσουν τα σκάφη τους όσο όσο ή να τα αφήσουν να… αραχνιάζουν στις μαρίνες.

«Είμαστε λαός της θάλασσας, κανονικά θα έπρεπε ο κάθε Έλληνας να ασχολείται με αυτήν. Ακόμη και για λόγους άμυνας και εθνικής κυριαρχίας, είναι διαφορετική η εικόνα όταν κυκλοφορούν σκάφη με ελληνική σημαία» λέει στην Karfitsa ο γ.γ. του Πανελλήνιου Σωματείου Τεχνικών Θαλάσσης Μικρών Σκαφών, Εμμανουήλ Επιτροπάκης.

Όπως εξηγεί, η Βόρεια Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει δύο μάστιγες. Το ένα ζήτημα είναι η υπερφορολόγηση του σκάφους αναψυχής σε όλα τα επίπεδα, από τον έκτακτο φόρο εισφοράς μέχρι το φόρο που πρέπει να πληρώνουν οι ιδιοκτήτες στα λιμάνια. «Το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα του κλάδου μας είναι οι ορδές Βουλγάρων που φτάνουν στη χώρα με σκοπό να συντηρήσουν και να επισκευάσουν μηχανές θαλάσσης με ελάχιστο κόστος. Έτσι οι Έλληνες καταναλωτές στρέφονται σε αυτούς. Όμως με αυτό τον τρόπο χάνει το ίδιο το κράτος εισφορές και φορολογίες, εφόσον ο Βούλγαρος δεν αποδίδει τίποτα. Επίσης υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός. Ο Βούλγαρος έχει ΦΠΑ 10%, ενώ εμείς 24%, έχει πρόσβαση σε πιο φτηνά ανταλλακτικά και από εκεί και πέρα η αντίδραση είναι αλυσιδωτή. Αρχίζει να έχει πρόβλημα επιβίωσης ο συντηρητής, ο επισκευαστής και ούτω καθεξής, που μπορεί να μας οδηγήσει στο σημείο ενώ είμαστε ναυτικός λαός, να μην έχουμε τίποτα ελληνικό. Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος, με αποτέλεσμα να προκύπτουν μέχρι και περιβαλλοντικά ζητήματα», σημειώνει ο κ. Επιτροπάκης. Εξηγεί πως εφόσον δεν υπάρχει έλεγχος στους επαγγελματίες από τη Βουλγαρία, κανένας δε μπορεί να γνωρίζει που απορρίπτονται τα λάδια και οι μπαταρίες αφού αλλαχτούν.

Επισκευές χωρίς άδεια!

Ο ίδιος επισημαίνει πως από το 1948 που έγινε το επαγγελματικό περίγραμμα των τεχνικών θαλάσσης, μέχρι και σήμερα, οι επιχειρηματίες του κλάδου δεν έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. «Αναλαμβάνουμε δηλαδή να επισκευάσουμε το σκάφος, να στείλουμε στη θάλασσα οικογένειες και όλα αυτά… εξαρτώνται από το πόσο καλός είναι ο ίδιος ο επαγγελματίας! Αυτή τη στιγμή η πολιτεία μας ωθεί στο να κάνουμε αυτοπιστοποίηση. Επισκευάζουμε σκάφη του πολεμικού ναυτικού, πλωτά του λιμενικού, πλωτά του στρατού και δεν έχουμε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, με ευθύνη της πολιτείας. Που σημαίνει ότι δεν είμαστε καταχωρημένοι και δεν έχουμε ευθύνη για αυτό που παραδίδουμε. Ο δικηγόρος της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. ετοιμάζεται να καταθέσει αγωγή στο υπουργείο Ανάπτυξης γι’ αυτό το λόγο, αν δε βρεθεί σύντομα μία λύση», τονίζει ο κ. Επιτροπάκης. Υπογραμμίζει επίσης, πως ενώ ο Έλληνας επαγγελματίας πληρώνει ΦΠΑ, ΤΕΒΕ, φόρους και έχει τρία άτομα προσωπικό, δεν έχει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και παράλληλα έχει να ανταγωνιστεί τον Βούλγαρο επαγγελματία».

Αράχνες και… μόλυνση υδάτων

Ο κ. Επιτροπάκης επισημαίνει πως οι βάρκες που δε συντηρούνται, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας των ιδιοκτητών τους, αποτελούν εστίες μόλυνσης και ρύπανσης. «Μπορεί το σκάφος να έχει μία διαρροή και τα λάδια να χύνονται στη θάλασσα ή να έχει κακορυθμισμένη μηχανή που ρυπαίνει πολύ περισσότερο φυσικά. Άρα θα μπορούσε το κράτος να μη βάλει κεφαλικό φόρο, αλλά να υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη να συντηρεί το σκάφος του και έτσι να εισπράττει χρήματα και παράλληλα να ανοίγουν θέσεις εργασίας». Εξηγεί πως ο ιδιώτης πλέον δεν υπάρχει. «Βρισκόμαστε στα μέσα του Ιουνίου και έχω παραδώσει μόλις επτά σκάφη ιδιωτών. Σκεφτείτε ότι στο παρελθόν δεν ασχολούμασταν καθόλου με τον επαγγελματία. Μιλάμε για σκάφη που είναι από 3 μέχρι 15 μέτρα. Οι ιδιώτες είτε πούλησαν τα σκάφη τους σε εξευτελιστική τιμή είτε τα αφήνουν να σαπίζουν γιατί δε μπορούν να τα συντηρήσουν. Υπάρχουν συνάδελφοι που κάνουν δουλειές χωρίς να πληρώνονται και αυτό γιατί όταν βλέπουν ότι ο παππούς που τον είχε πελάτη 30 χρόνια τώρα δε μπορεί να ρίξει τη βαρκούλα του να πάει για ψάρεμα, δε μπορούν να τον αφήσουν έτσι». Σύμφωνα με τον κ. Επιτροπάκη, η κακή κατάσταση στη οποία έχουν περιέλθει πολλά σκάφη, έχει «παγώσει» τις κατασχέσεις τους από τις τράπεζες! «Έχουμε φτάσει σε σημείο τα πάρκινγκ σκαφών να είναι γεμάτα με παρατημένα σκάφη. Αφενός γιατί χρωστάνε τα φύλαχτρα και αφετέρου γιατί δεν έχουν τα χρήματα για να τα φτιάξουν. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το σκάφος είναι αγορασμένο με δάνειο και η τράπεζα δεν ασχολείται, σε άλλες εποχές θα το είχε κατασχέσει. Τώρα όμως δεν τη συμφέρει γιατί θα πρέπει να πληρώνει εκείνη τα φύλαχτρα και δεν έχει αξία μεταπώλησης. Το… ξεχνάει λοιπόν, διότι δε συμφέρει να το έχει στην ιδιοκτησία της», εξηγεί.

«Τα σκάφη έχουν απαξιωθεί»

Ο Μιχάλης Φαχίδης ασχολείται με την εμπορία και επισκευή σκαφών εδώ και 33 χρόνια. Όπως λέει, «η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο. Ο κόσμος πλέον δε μπορεί να υποστηρίξει τα σκάφη του. Από εκεί που στο παρελθόν κάνανε πλήρες service, τώρα φτάσαμε στο σημείο να επιδιορθώνουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα ή να μην τα συντηρούν καθόλου. Καταρχάς έχει πάρα πολλούς ιδιοκτήτες που έχουν παραδώσει τις άδειες κυκλοφορίας τους στο λιμεναρχείο. Η πτώση της κίνησης στον κλάδο, πλέον υπερβαίνει το 50%». Όπως λέει αυτή η πτώση επήλθε σταδιακά. «Στην αρχή της οικονομικής κρίσης, παρότι ο κόσμος έβλεπε ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, έριχνε το σκάφος στη θάλασσα, έστω για μία βόλτα. Στη συνέχεια τα σκάφη μετατράπηκαν σε καταλύματα, όπου τα είχαν απλώς μέσα στο νερό και έμεναν στο σκάφος μέχρι που φτάσαμε στο σημείο να τα… «παρκάρουν» σε αυλές φίλων. Για να πέσει ένα σκάφος στη θάλασσα πρέπει να έχει τα χαρτιά του, δηλαδή να υπάρχει τεκμήριο. Πλέον παίρνουν την άδεια για ένα μήνα και μετά την παραδίδουν ξανά. Έχει πάρα πολλά παρατημένα σκάφη, μέχρι και στις μάντρες των επαγγελματιών». Ο κ. Φαχίδης λέει χαρακτηριστικά πως στο παρελθόν η δική του επιχείρηση, μέσα στον Απρίλιο έριχνε στη θάλασσα 15 σκάφη και φέτος δεν έριξε… σχεδόν κανένα. «Είναι δεδομένο πως ο κόσμος πλέον δε μπορεί να ανταπεξέλθει στην υψηλή φορολόγηση, αλλά ακόμη και αυτοί που μπορούν είναι επιφυλακτικοί. Υπάρχουν ιδιώτες που πήραν τα σκάφη από τη φύλαξη στις μαρίνες και τα πήγαν σε σπίτια για να γλυτώσουν περίπου 150 ευρώ το χρόνο, καταλαβαίνεται λοιπόν πως μιλάμε για πολύ δύσκολη κατάσταση».

Ο Γιάννης Πολατίδης είναι ο πρώτος επαγγελματίας που έφερε τις μηχανές Suzuki στη Βόρεια Ελλάδα, είναι στο χώρο εδώ και 37 χρόνια και όπως λέει, αν δεν ακολουθούσε την οικογενειακή επιχείρηση ο γιος του… θα είχε ήδη βάλει λουκέτο. «Τα σκάφη πλέον έχουν απαξιωθεί. Μπορεί να το αγόρασε ένας ιδιώτης 50.000 ευρώ, σήμερα να το πουλάει 10.000 ευρώ και πάλι να μη μπορεί να το δώσει, που σημαίνει ότι σαν περιουσία απαξιώθηκε. Εμείς δε ζητάμε φοροαπαλλαγές, αυτό που θέλουμε είναι να μη μας βάζει τρικλοποδιά το κράτος, να μην είναι εχθρός μας. Πως γίνεται να βάζουν φόρο πολυτελείας σε ένα σκάφος μόλις πέντε μέτρων; Με αυτό τον τρόπο θα τον κάνεις να μη καταναλώσει και τελικά να το αφήσει, πως κερδίζει το κράτος έτσι;». Όπως λέει, πουλούσε 100 μηχανές το χρόνο και τώρα… με τα βίας δίνει τις 15. «Τα τελευταία έξι χρόνια μπαίνουμε συνέχεια μέσα, αλλά κρατάω την επιχείρηση γιατί ακολουθεί ο γιος μου. Αλλιώς… θα με συνέφερε να το είχα κλείσει. Με μαθηματική ακρίβεια, θα οδηγήσουν τον κλάδο μας σε αλυσιδωτά λουκέτα, ήδη έχουν κλείσει περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις», καταλήγει.

Της Έλενας Καραβασίλη-φωτο Σάββας Αυγητίδης

To θέμα δημοσιεύεται στην εφημερίδα karfitsa